Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

hand mirror


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο mirror παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: hand
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mirror n(reflecting device)καθρέφτης ουσ αρσ
 She carried a mirror in her purse so she could check her makeup.
 Είχε έναν μικρό καθρέφτη στην τσάντα της για να μπορεί να ελέγχει το μακιγιάζ της.
mirror [sth] vtrfigurative (follow same pattern) (μεταφορικά)αντανακλώ, αντικατοπτρίζω ρ μ
 The development of the city mirrored the growth of the country as a whole.
 Η ανάπτυξη της πόλης αντανακλούσε (or: αντικατόπτριζε) την ανάπτυξη της χώρας στο σύνολό της.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mirror nfigurative (reflecting surface)καθρεφτίζω ρ αμ
 The lake's surface was a mirror in the afternoon sun.
 Η επιφάνεια της λίμνης καθρέφτιζε στον απογευματινό ήλιο.
mirror of [sth] nfigurative (representation) (μεταφορικά: με γενική)καθρέφτης ουσ αρσ
 His face was a mirror of her feelings.
 Το πρόσωπό της ήταν καθρέφτης των συναισθημάτων της.
mirror [sth/sb] vtroften passive (reflect)καθρεφτίζομαι ρ αμ
  αντικατοπτρίζομαι ρ αμ
 Her face was mirrored in the tranquil water of the pond.
 Το πρόσωπό της καθρεφτιζόταν στα ήρεμα νερά της λίμνης.
mirror [sth/sb] vtrfigurative (represent) (μεταφορικά, λόγιος)καθρεφτίζω ρ μ
  αντικατοπτρίζω ρ μ
 The characters in the novel mirror typical artists and politicians.
 Οι χαρακτήρες στο μυθιστόρημα καθρεφτίζουν τυπικές προσωπικότητες της τέχνης και της πολιτικής.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
broken mirror n(mirror: damaged glass)σπασμένος καθρέπτης επίθ + ουσ αρσ
 A common superstition is that a broken mirror brings seven years of bad luck.
 Μια κοινή δεισιδαιμονία είναι ότι ο σπασμένος καθρέφτης φέρνει επτά χρόνια γρουσουζιάς.
concave mirror n(curves inward)κοίλο κάτοπτρο επίθ + ουσ ουδ
 Most large astronomical telescopes use a concave mirror to bring the light to a focus.
 Τα περισσότερα αστρονομικά τηλεσκόπια χρησιμοποιούν κοίλα κάτοπτρα προκειμένου να συγκεντρώσουν το φως.
convex mirror n(mirror: curves outward)κυρτό κάτοπτρο ουσ ουδ
heated mirror n(mirror with an inbuilt heater)θερμαινόμενος καθρέφτης επίθ + ουσ αρσ
hold a mirror up to [sth] v exprfigurative (reveal [sth] as it truly is)δείχνω την πραγματική φύση του κτ έκφρ
  δείχνω κτ όπως πραγματικά είναι έκφρ
mirror image n([sth] seen reversed)εναντιόμορφο είδωλο επίθ + ουσ ουδ
  κατοπτρική εικόνα επίθ + ουσ θηλ
 A beautiful mirror image of the landscape was reflected in the still lake.
one-way mirror n(mirror which functions as a window on one side)καθρέπτης που απ' τη μια πλευρά λειτουργεί ως παράθυρο περίφρ
  καθρέφτης ασφάλειας, καθρέπτης ασφάλειας περίφρ
  ημιπερατός καθρέφτης, ημιπερατός καθρέπτης επίθ + ουσ αρσ
 There was a one-way mirror in the interview room so that the detectives could watch the questioning unobserved by the suspect.
 The police observed the suspect through a one-way mirror.
rearview mirror,
rear-view mirror,
driving mirror
n
(vehicle: mirror showing view behind) (αυτοκινήτου)καθρέφτης ουσ αρσ
Σχόλιο: επίσης καθρέπτης
 Good drivers regularly check their rearview mirrors to see what's happening behind them.
shaving mirror n(small adjustable mirror)καθρεφτάκι ξυρίσματος έκφρ
 I can't stand those shaving mirrors that magnify your face.
sideview mirror n(wing mirror on a vehicle) (όχημα)πλαϊνός καθρέφτης επίθ + ουσ αρσ
two-way mirror n(mirror with window on reverse)διπλός καθρέφτης ουσ αρσ
wing mirror,
side-view mirror,
side mirror
n
(small mirror at either side of a vehicle)πλευρικός καθρέφτης φρ ως ουσ αρσ
 (καθομιλουμένη)πλαϊνός καθρέφτης επίθ + ουσ αρσ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hand mirror στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «hand mirror».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!